Μέρος Όγδοο

Ο «Καλλικράτης» θα συμβάλλει σε ανάπτυξη προς όφελος των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων;
Εχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από τότε που δρομολογήθηκε στην Ελλάδα η εφαρμογή των «αναπτυξιακών» προγραμμάτων με ευρωενωσιακή και κρατική χρηματοδότηση. Οσο προχωρούσε η υλοποίησή τους τόσο δυνάμωναν και οι κυβερνητικές διακηρύξεις και υποσχέσεις για ικανοποίηση των μακροχρόνιων κοινωνικών αναγκών και για την άμβλυνση των ανισοτήτων, τόσο στο επίπεδο των περιφερειών, όσο και στο επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης των κρατών – μελών. Το ΚΚΕ έγκαιρα είχε προβλέψει ότι η κοινοτική στρατηγική και τα αντίστοιχα αναπτυξιακά εργαλεία θα βάθαιναν την ταξική εκμετάλλευση και θα αναπαραγόταν η ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός είναι νομοτελειακός, επομένως και η επιδίωξη του υπερκέρδους – των επιχειρηματικών ομίλων.
Στον καπιταλισμό λόγω του άναρχου χαρακτήρα της κοινωνικής παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει ισόρροπη ανάπτυξη, τόσο μεταξύ των κλάδων της οικονομίας, όσο και μεταξύ των περιοχών (νομών, περιφερειών). Βεβαίως επέρχονται αλλαγές στη θέση περιφερειών, νομών ως προς το μέσο όρο της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε κρατικό επίπεδο. Ακόμη, τόσο σε κρατικό επίπεδο όσο και σε ευρωενωσιακό γίνεται ορισμένη διαχείριση των ακραίων ανισομετριών ή και της προοπτικής επιδείνωσής τους λόγω των ευρωενωσιακών ρυθμίσεων (συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής, μεγαλύτερη διείσδυση εισαγόμενων εμπορευμάτων, απότομη αύξηση της ακρίβειας). Τα ΚΠΣ – πόροι συγκεντρωμένοι από την υπεραξία των εργαζομένων σε ευρωενωσιακό και εθνοκρατικό επίπεδο – αποτελούν μια τέτοια διαχείριση.
Μετά την οικονομική κρίση του 1991-’93, η ελληνική οικονομία πέρασε σε μια 14ετή περίοδο αναζωογόνησης και ανόδου, μια καπιταλιστική ανάπτυξη που βάθυνε και την ανισομετρία των περιφερειών της χώρας και κυρίως την απόλυτη και σχετική φτώχεια για τη λαϊκή πλειοψηφία. Δεν καταργήθηκε η ανισομετρία ανάμεσα στα κράτη – μέλη της ΕΕ, ούτε άλλαξε ουσιαστικά η θέση της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Με τις νέες διαδικασίες αξιολόγησης και υλοποίησης του Δ? Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, τα αστικά πολιτικά κόμματα επιχειρούν τη βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας του αστικού κράτους σε αυτή την κατεύθυνση. Και αυτό το κάνουν χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τον «Καλλικράτη». Με τη νέα διοικητική δομή, στοχεύουν στη συγκέντρωση πόρων στα μεγάλα έργα και υποδομές που υπηρετούν τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των μονοπωλιακών ομίλων. Οσον αφορά τα κονδύλια που κατευθύνονται στα περιφερειακά προγράμματα, σχεδιάζεται η σύμπραξη «ΑΕ ΟΤΑ» με το ιδιωτικό κεφάλαιο, ώστε να μειωθεί η δαπανηρή δυσκινησία του κεντρικού μηχανισμού, η πληθώρα των κεντρικών διαχειριστικών φορέων υλοποίησης των χρηματοδοτήσεων. Αναφέρονται σε ΟΤΑ, κυρίως μεγάλων αστικών κέντρων ή και των λεγόμενων «μητροπολιτικών δήμων». Επιχειρείται η μείωση του αριθμού των τελικών δικαιούχων διαχείρισης της χρηματοδότησης σε κάθε περιφέρεια, και κυρίως των μικρότερων δήμων.
Ετσι, ο προσανατολισμός της νέας διοικητικής δομής αφορά την αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής, στη σύγχρονη εναρμόνιση ορισμένων διοικητικών δομών στις γενικότερες αναδιαρθρώσεις της ευρωενωσιακής αγοράς.